|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Inflections of 'pigs in blankets' (npl): n: pig in a blanket
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο blanket παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: pigs | in | blankets
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | blanket n | (woollen cover) | κουβέρτα ουσ θηλ | | | Linda has several hand-woven blankets in her living room. | | blanket n as adj | figurative (complete) | γενικός, καθολικός επίθ | | | The residents of the city expressed blanket disapproval of genetically modified products. | | | Οι κάτοικοι της πόλης εξέφρασαν τη γενική αποδοκιμασία τους για τα γενετικά τροποποιημένα προϊόντα. | blanket, blanket of [sth] n | figurative (cloud, snow, fog: covering layer) (μεταφορικά, λόγιος) | σεντόνι ουσ ουδ | | | | στρώμα ουσ ουδ | | | | στρώση ουσ θηλ | | | A fresh blanket of snow lay on top of the grass. | | | Fog lay over the city in a thick blanket. | | | Μια φρέσκια στρώση χιονιού απλωνόταν πάνω στο γρασίδι. | | blanket [sth/sb]⇒ vtr | figurative (cover thoroughly) | καλύπτω, σκεπάζω ρ μ | | | A layer of frost blanketed the plants. | | | Ένα στρώμα πάγου κάλυψε (or: σκέπασε) τα φυτά. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | blanket [sth]⇒ vtr | figurative (sound, etc.: suppress) (μεταφορικά) | καλύπτω, σκεπάζω ρ μ | | | The snow blanketed the sound of our footsteps. |
|
|